Λύσε το γρίφο μου κι έλα κοντά σε μένα
δεν μας κοιτάει κανείς
και δεν μας λέει κουβέντα
Εστω οι ταπεινοί έστω και οι φυγάδες
ολονυκτίς μαζί πίσω απ'τις χαραμάδες
μεσα σε ιερή σιωπή
Κι ο δρόμος με βοή
σπαράζει μανιασμένα
σαν το μικρό παιδί
σαν το κακό σκυλί
Εκεί κάτω από την Ακρόπολη , οι μανιασμένες συχνότητες των
προγόνων ξυπνάνε τα ένστικτα. Τραγουδάνε στις σιωπές ,
διεγείρουν τους λοβούς της συνείδησης τραβόντας από το σβέρκο
τον ξεχασμένο εαυτό μας. Τον καλούνε να πιεί το βραδινό καφέ
πλάι μας , να ξαγρυπνήσει κοντά μας .
Εγώ και ο εαυτός μου δεν ανήκουμε στην ίδια οικογένεια , μας συνδέουν
όμως τα κοινά των πεπραγμένων μας , των αμαρτωλων μας σκέψεων και
των νοσταλγικών μας αναμνήσεων . Τότε που κάναμε ώρες αιώνιες παρέα
στην παγωμένη σοφίτα έχοντας αντίκρι μας τον Παρθενώνα, τα φώτα
του Λυκαβητού και της μακρόσυρτες βοές της πόλης ,έτσι όπως αντηχούσαν
στα αυτιά μας τις νύχτες που καπνίζαμε στην ταράτσα , αγέρωχοι στο χάος
της τόσο μαζικοποιημένης αλλά και τόσο απομονωμένης πόλης.
Ποτέ δε σε πίστεψα όταν μου έλεγες για εκείνα τα ωραία που θα ρθουν , για
όλα όσα δεν προλάβαμε στο άνθος της νιότης μας να γευτούμε , και
πάντα ο χείμαρρος των συνειρμών σου με γλυκονανούριζε εκείνες τις υπέροχες
μοναχικές χαραυγές , με μουσική και φιλοσοφία, ενίοτε λίγη ποίηση και αλκοόλ.
Δεν έχεις αλλάξει και πολύ από τότε. Η γραβάτα της δουλειάς με κανει να
αισθάνομαι λίγο άβολα , μα σου υπόσχομαι πως θα πιούμε το πρωινό μας καφέ
ντυμένοι σαν κανονικοί άνθρωποι , μόλις ντυθώ το καθημερινό μου τζιν, το μαύρο
μου Τι Σερτ . Τι λες για μια βόλτα με τη μηχανή κάτω απ' την Ακρόπολη ??
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου